Πόσο απέχει ο «ιδανικός» από τον «γραφικό»;

Αυτό που ο Ρομάν Αμπράμοβιτς ψιθύριζε σε έναν από τους ανθρώπους του πάγκου στο «Ολντ Τράφορντ» ήταν η εντολή να περάσει ο Σον Ράιτ-Φίλιπς στο γήπεδο στη θέση του Φλορέν Μαλουντά; Όταν ο Εβγκένι Σβίντλερ, το δεξί χέρι του ρώσου μεγιστάνα, πετάχτηκε από τη θέση του και ούρλιαζε, μήπως ήταν απαιτούσε από τον Γκραντ να παίξει το Σάββατο εναντίον της Φούλαμ με 4-4-2;

Οι ολιγάρχες ανέλαβαν και πάλι τον έλεγχο, κάτι που σημαίνει ότι τίποτα δεν είναι απίθανο. Οι τελευταίες ειδήσεις από το στρατόπεδο της Τσέλσι αναφέρουν ότι ο Αμπράμοβιτς έδωσε εντολή στον Μικαέλ Εσιέν να παίζει με τη μπάλα από τα άκρα, όμως αυτό δεν έγινε μέσω του νέου προπονητή της Τσέλσι αλλά μέσω του Αντρέι Σεφτσένκο, ο οποίος έπαιζε ρόλο διερμηνέα στα αποδυτήρια!

Η κατάσταση στην ομάδα του Λονδίνου φαίνεται ότι έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο μετά την αποχώρηση του Ζοζέ Μουρίνιο. Το γεγονός ότι κάποιος ξοδεύει 500 εκ. λίρες για μεταγραφές σε μία ομάδα, δεν τον κάνει ειδικό. Η τρέλα των ιδιοκτητών, όμως, αυξάνεται διαρκώς από τότε που ο Μάικλ Νάιτον ξευτιλίστηκε όταν μπήκε με φόρμα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο γήπεδο και έκανε κόλπα με τη μπάλα. Ο Νάιτον δεν κατάφερε να πάρει τις μετοχές της ομάδας, αλλά ανέβασε ψηλά τον πήχη του παραλογισμού.

Ο Αμπράμοβιτς δεν έκανε αυτό το λάθος, αλλά εκθέτει τον εαυτό του και αρχίζει να μετατρέπεται από «ονειρεμένο ιδιοκτήτη» σε «γραφική φιγούρα». Κινδυνεύει να γυρίσει την ομάδα του λίγα χρόνια πίσω, όταν πρωτοανέλαβε τα ηνία της Τσέλσι και καθόταν με τις συνεργάτες του στο «Στάμφορντ Μπριτζ» για να τους πει: «Ντέιβιντ Μπέκαμ, Ζινεντίν Ζιντάν, Ροναλντίνιο, ας τους αγοράσουμε όλους»!

Ήταν η εποχή που ο Πίνι Ζάχαβι ήξερε ποιό είναι το επόμενο μεταγραφικό απόκτημα της ομάδας του Λονδίνου, πριν καλά – καλά το μάθει ο προπονητής Κλαούντιο Ρανιέρι… Ο Αβράμ Γκραντ θα ζήσει ανάλογες στιγμές, αφού ο Αμπράμοβιτς κυνηγάει τον Ροναλντίνιο και οι οπαδοί περιμένουν, αλλά ο κόσμος κατάλαβε μετά τις αποτυχημένες μεταγραφές των Σεφτσένκο και Μπάλακ ότι το όνομα δε λέει τίποτα αν δεν ξέρεις πώς να χρησιμοποιήσεις τον παίκτη.

Ο μεγαλύτερος προβληματισμός για τους οπαδούς της Τσέλσι, όμως, είναι η αβεβαιότητα για το μέλλον. Αν κρίνει κανείς από τη γλώσσα του σώματος του Αμπράμοβιτς, μπορεί να καταλάβει πολλά: στο ματς με την Άστον Βίλα εξαφανίστηκε πριν το φινάλε, δείγμα του εκνευρισμού του, στο παιχνίδι με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ παρέμεινε στη θέση του μέχρι το τέλος και χειροκροτούσε.

Ήταν μία ολοφάνερη προσπάθεια να δείξει ότι υπάρχει ενότητα, παρότι οι φίλοι των «κόκκινων διαβόλων» στα καθίσματα ακριβώς από κάτω του τον κορόιδευαν. Ο ρώσος μεγιστάνας δείχνει ότι είναι διατεθειμένος να περάσει την επιχειρηματική του φιλοσοφία και στην ποδοσφαιρική του ομάδα, αρκεί να μπορεί να έχει τον έλεγχο όπως εκείνος επιθυμεί.

Για να πετύχει τον στόχο του έχει μία εύκολη λύση, τα λεφτά. Μπορεί να ξοδέψει όσα θέλει για να «χρυσώσει» έναν μεγάλο προπονητή, μπορεί να αγοράσει όσους παίκτες θέλει χωρίς να σκεφτεί τα έξοδα, αρκεί να είναι εκείνος που θα έχει τον τελευταίο λόγο όποτε το θελήσει. Σε αυτή την περίπτωση, ο κίνδυνος να χάσει τον προσανατολισμό της η Τσέλσι είναι ορατός. Ο Αμπράμοβιτς, όμως, θα έχει σιγουρέψει ότι για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δε θα υπάρξει φωνή που θα πει «διώξτε τη διοίκηση»…

Τους χωρίζει ένα γράμμα και... ολόκληρη καριέρα

Χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια για να βρουν τα Σκόπια τον «νέο Πάντσεφ». Πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι άδικο για τον Γκόραν Πάντεφ να συγκρίνεται με τον μεγαλύτερο σκοπιανό ποδοσφαιριστή που ανέδειξε η χώρα, αλλά η αλήθεια είναι ότι για ένα τόσο μικρό κράτος η προσμονή για σπουδαίες διακρίσεις είναι τεράστια.

Οι προσδοκίες του κοινού από τον Πάντεφ είναι πολύ μεγάλες, παρότι αυτά που τον χωρίζουν από τον Πάντσεφ είναι ένα.. γράμμα στο επίθετο και φυσικά μία τεράστια διαφορά στην καριέρα. Ωστόσο, έχουν αρκετά κοινά γνωρίσματα όπως το γεγονός ότι το όνομά τους έχει συνδεθεί με την Ίντερ.

Ο Πάντεφ αποτελεί τη νέα ελπίδα των Σκοπίων στο ποδόσφαιρο και βρίσκεται στο δρόμο του Ολυμπιακού στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ. Γεννήθηκε στην Στούρμιτσα στις 27 Ιουλίου 1983 και ως πιτσιρικάς έδειξε ότι έχει αρκετό ταλέντο ώστε να πετύχει μεγαλύτερα πράγματα από τους περισσότερους συμπατριώτες του.

Η Ίντερ τον ξεχώρισε και τον ενέταξε στις ακαδημίες της και εκεί ο Πάντεφ μαζί με τον συμπατριώτη του Άκο Στόικοφ κατάφεραν να δώσουν στην ιταλική ομάδα τον τίτλο του πρωταθλήματος Νέων στην Ιταλία. Ενώ, όμως, ήταν έτοιμος για να μπει στην πρώτη ομάδα, η Ίντερ αποφάσισε να τον δανείσει αρχικά στη Σπέτσια κι έπειτα στην Ανκόνα για να κερδίσει εμπειρίες.

Στην τελευταία ανέπτυξε ακόμα περισσότερο το ταλέντο του και το 2004 συμπλήρωσε μία σεζόν με 20 συμμετοχές. Την επόμενη χρονιά πήγε στη Λάτσιο, σαν αντάλλαγμα για τη μεταγραφή του Στάνκοβιτς στην Ίντερ και στην πρώτη του σεζόν είχε 25 συμμετοχές με 4 γκολ, στο πλευρό του Πάολο Ντι Κάνιο.

Το 2005-2006 με 34 συμμετοχές έκανε την καλύτερη σεζόν στη Serie A, αφού πέτυχε έντεκα γκολ και ήταν αντικατάστατο στέλεχος της ενδεκάδας. Έτσι, κατάφερε να φτάσει μέχρι την εθνική ομάδα, με την οποία έχει 31 συμμετοχές και 11 τέρματα.

Ο Πάντεφ είναι μόλις ο δεύτερος σκοπιανός που παίζει στην Ιταλία μετά τον Πάντσεφ και είναι λογικό να γίνονται συγκρίσεις με τον μεγάλο επιθετικό που έγραψε ιστορία στον Ερυθρό Αστέρα. Φυσικά, το στιλ παιχνιδιού τους είναι διαφορετικό, με τον Πάντσεφ να είναι μία μηχανή του γκολ, ενώ ο Πάντεφ έχει καλύτερη τεχνική και παίζει πιο πολύ σαν περιφερειακός επιθετικός, ακόμα και σαν επιτελικός μέσος. Ωστόσο, ο πρώτος δυσκολεύτηκε πολύ στο στιλ παιχνιδιού της Ιταλίας όταν αγωνίστηκε στην Ίντερ, ενώ ο Πάντεφ έχει προσαρμοστεί άριστα και γρήγορα.

Κανείς δεν ξέρει τι πρέπει να περιμένει από τον Πάντεφ στο μέλλον. Πριν από ένα χρόνο το όνομά του ενεπλάκη σε μεταγραφικά σενάρια που αφορούσαν την Πόρτσμουθ, τη Λεβερκούζεν, την Έβερτον, τη Βέρντερ Βρέμης και την Άρσεναλ. Μάλιστα, στην περίπτωση των «κανονιέρηδων» φέρεται να είπε ότι είναι όνειρό του να φορέσει τη φανέλα της, αλλά αμέσως διέψευσε όλη τη συνέντευξη και διακήρυξε την αφοσίωσή τους στους «λατσιάλι».

Όπως κι αν τα φέρει η τύχη για τον Πάντεφ, είναι σίγουρο ότι πρέπει να αποκτήσει περισσότερη σταθερότητα. Κανείς δεν αμφισβητεί τις ικανότητές του, αλλά θεωρείται ότι δεν είναι όσο μαχητικός θα έπρεπε για να προκαλέσει αίσθηση στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, ενώ δεν μπορεί να διατηρήσει τη φόρμα του για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το ευχάριστο γι’ αυτόν είναι ότι, παρά το νεαρό της ηλικίας του, τα μυαλά του δε φαίνεται να έχουν πάρει αέρα. Μοντέλα και διάφορες παρουσιάστριες της τηλεόρασης στην Ιταλία πολιορκούν τον σκοπιανό επιθετικό, αλλά εκείνος παραμένει σταθερός στη σχέση του με τη Νάντιτσα που γνωρίζει από μικρή. Οι γονείς του, μάλιστα, την αποκαλούν ήδη «κόρη» τους και οι δύο νέοι ενδέχεται να παντρευτούν το προσεχές καλοκαίρι.

Θεωρεί τιμή του να εκπροσωπεί τη χώρα του σε κάθε εκδήλωση, γι’ αυτό και ανέλαβε να παρουσιάσει στην Ιταλία την τραγουδίστρια των Σκοπίων, Καρολίνα Γκότσεβα, στην ευρωπαϊκή τουρνέ που πραγματοποίησε ενόψει του διαγωνισμού τραγουδιού της Eurovision 2007.

Το πλουσιόπαιδο που μαγεύει τα πλήθη

Αρκετοί είναι οι ποδοσφαιριστές που προτίμησαν τη στρογγυλή θεά από τις επιχειρήσεις. Η οικογένεια του Τζιανλούκα Βιάλι ήταν πλούσια από τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις της και ζούσε σε ένα κάστρο στην Κρέμονα. Ο Φερνάντο Ρεδόνδο ονομαζόταν «ο μικρός πρίγκιπας» όχι μόνο για το αριστοκρατικό του στιλ, αλλά και το γεγονός ότι η οικογένειά του κέρδιζε πολλά από την εκτροφή βοοειδών.

Ο πατέρας του Αντρέα Πίρλο είναι ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου κατασκευής σιδηρικών εργαλείων, ενώ η οικογένεια του Όλιβερ Μπίρχοφ έκανε περιουσία από τις ενεργειακές επιχειρήσεις. Ο πατέρας του Εμίλιο Μπουντραγκένιο ήταν ιδιοκτήτης κοσμηματοπωλείου στη Μαδρίτη και οι διεθνείς βραζιλιάνοι Λεονάρντο, Τοστάο και τα αδέρφια Σόκρατες και Ραΐ προέρχονται από την μεσαία τάξη.

Σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων ανήκει και ο Κακά. Το παιδί – θαύμα του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, ο παίκτης που είναι πιο ουσιαστικός από τον Ροναλντίνιο και κάνει τον Ρονάλντο να θυμίζει κλόουν, πήρε από το χεράκι τη Μίλαν και την οδηγεί στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ.

Στη Βραζιλία τα παιδιά των πλουσίων θεωρούν τιμωρία να δουλέψουν για το χαρτζιλίκι τους και ζητούν λεφτά από τους γονείς τους για να τα ξοδέψουν στη Βραζιλία. Ο Κακά προτίμησε να ακολουθήσει το δύσκολο δρόμο και ανέλαβε ευθύνες και υποχρεώσεις που άλλοι 24χρονοι μάλλον θα είχαν αφήσει πίσω τους από καιρό. Εκεί που άλλοι μετατρέπουν το «δίχτυ ασφαλείας» σε αιώρα για να ξαπλώνουν, ο Κακά το μετέτρεψε σε τραμπολίνο και φτάνει ολοένα και ψηλότερο.

Οι θαυμαστές του Μαξ Βέμπερ δε θα εκπλήσσονταν αν μάθαιναν ότι η οικογένεια του Κακά ανήκει στους Προτεστάντες. Ο γερμανός επιστήμονας υποστήριξε ότι ο προτεσταντισμός βοηθάει να δημιουργηθεί ένα είδος νοοτροπίας που ενθαρρύνει τη σκληρή δουλειά στο σημείο της εξιδανίκευσης.

Η εκκλησία στην οποία ο Κακά μεγάλωσε, η Reascer (Αναγέννηση), είναι διαφορετική από το κύμα του προτεσταντισμού που έχει κτυπήσει τις φτωχές γειτονιές της Βραζιλίας και, πλέον, προσελκύει όλο και περισσότερο κόσμο σε σχέση με τους καθολικούς, αφού στρέφεται κυρίως στη μεσαία τάξη.

Ο Κακά ποτέ δεν έκρυψε τους δεσμούς με την πίστη και τη δίψα για παγκόσμια επιτυχία. «Όταν ξεφεύγω από το δρόμο του Θεού, κλαίω» έχει εκμυστηρευθεί το 2002 όταν ακόμα έπαιζε στη Σάο Πάολο αν και παραδέχτηκε τότε ότι έκανε εσκεμμένα φάουλ για να γλιτώσει η ομάδα του τις αντεπιθέσεις.

«Βλέπω τον εαυτό μου σαν επιχείρηση» παραδέχεται ο 24χρονος βραζιλιάνος και εξηγεί: «Αν η επιχείρηηση πάει καλά, τότε ο πελάτης μου, τη Σάο Πάολο, θα είναι ευχαριστημένο με εμένα. Έτσι, κερδίζω περισσότερα. Έπειτα θα ψάξω για μεγαλύτερο πελάτη, την εθνική ομάδα ή έναν ξένο σύλλογο».

Η «Κακά ΑΕ» έδειξε ότι είχε τα φόντα να γίνει μεγάλη. Όταν ο Κακά ήταν επτά χρονών η μητέρα του, Σιμόν, άκουσε τον δάσκαλο γυμναστικής του γιου της να της προτείνει να τον βάλει σε μία ακαδημία ποδοσφαίρου. Ο Κακά έγινε μέλος της Σάο Πάολο και το 1997 σε ηλικία 15 ετών αποτελούσε μέλος της εφηβικής ομάδας. Τότε αντιμετώπισε το μεγάλο δίλημμα: τι θα έκανε με τη ζωή του;

Οι γονείς του τού εξήγησαν τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε αν γινόταν ποδοσφαιριστής ή αν θα σπούδαζε για να γίνει πολιτικός μηχανικός όπως ο πατέρας του. Έπειτα του είπαν «θα βρεις ευχαρίστηση και προβλήματα σε κάθε περίπτωση, αλλά η επιλογή είναι δική σου και εμείς θα σε υποστηρίξουμε». Το ποδόσφαιρο τον κέρδισε και αμέσως γνώρισε παιδιά από διαφορετικές τάξεις, με τα οποία άρχισε να συνυπάρχει σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Ο Μπόσκο Λέιτε πάλι τον βοήθησε εμμέσως. Ο πατέρας του Κακά εξαιτίας της δουλειάς του άλλαζε συνεχώς τόπο κατοικίας. Η νομαδική ζωή βοήθησε τον γιο του, Ρικάρντο Ίζεκσον Σάντος Λέιτε, ο οποίος γεννήθηκε στη Μπραζίλια αλλά είχε μετακομίσει σε αρκετές πόλεις στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Έτσι, η αλλαγή περιβάλλοντος και οι δυσκολίες δεν ήταν πρόβλημα για ένα παιδί που είχε μάθει να προσαρμόζεται γρήγορα.

Οι γονείς του τον μεγάλωσαν με θρησκευτικές αρχές, αλλά η θρησκεία δεν τον συγκινούσε. Ωστόσο, η 30η Σεπτεμβρίου του 2000 άλλαξε όλη του τη ζωή. Ο Κακά είχε πάει στο σπίτι των παππούδων του για σαββατοκύριακο, στο Κάλντας Νόβας του Γκοΐας και καθώς έπαιζε μπάλα στην αυλή, γλίστρησε και κτύπησε με το κεφάλι στην άκρη της πισίνας.

Επέστρεψε στη Μπραζίλια κι έκανε πάλι προπονήσεις με τη Σάο Πάολο. Στη δεύτερη προπόνηση όμως λιποθύμησε κι αμέσως μπήκε στο νοσοκομείο. Το κτύπημα στο κεφάλι ήταν πιο σημαντικό απ' ό,τι είχε υπολογίσει αρχικά ο παίκτης, ένα κόκαλο είχε σπάσει και κινδύνευε να μείνει παραπληγικός! Φόρεσε κολάρο για 50 ημέρες και στο μεταξύ άρχισε να προσεύχεται στο Θεό ώστε να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του και να επιστρέψει στα γήπεδα.

«Ήταν δύο δύσκολοι μήνες της ζωής μου» είπε ο Κακά και εξήγησε: «Σκέφτηκα πολύ, κατάλαβα τι είναι σημαντικό και τι δεν είναι. Ωρίμασα απότομα. Ήταν μία στιγμή θρησκευτικής αγαλλίασης, μία επαφή με τον Θεό και τον Ιησού. Πάντα είχα μαζί μου τη Βίβλο, αλλά τώρα τη διαβάζω πολύ συχνότερα».

Κατάφερε να επιστρέψει κι από τότε σε κάθε γκολ που πετυχαίνει κάνει το σταυρό του και σηκώνει το χέρι στον ουρανό για να ευχαριστήσει το Θεό για τη βοήθειά του. Μάλιστα, όταν κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 έκανε το γύρο του θριάμβου με ένα μπλουζάκι που έγραφε «Ανήκω στον Ιησού». Το ίδιο μήνυμα αναγράφεται στα ποδοσφαιρικά του παπούτσια και αυτό επέλεξε για τους πανηγυρισμούς της κατάκτησης του τίτλου στην Ιταλία με τη φανέλα της Μίλαν το 2004.

Ο Κακά έχει δύο βαθμούς μυωπία σε κάθε μάτι και θέλει να κάνει εγχείρηση για να διορθώσει την όρασή του. Προς το παρόν πάντως, τα πάει μία χαρά με τους φακούς επαφής και το «πρόβλημα» δεν είναι διόλου φανερό.

Θα περίμενε κανείς ότι το ποδόσφαιρο του έχει πάρει το μυαλό, όμως, έχει τελειώσει το σχολείο και όνειρό του είναι να παρακολουθήσει μαθήματα στο Κολέγιο Φυσικής Αγωγής ή Διοίκησης Επιχειρήσεων. Το όνειρό του, άλλωστε, μέχρι τα οκτώ χρόνια δεν ήταν να γίνει ποδοσφαιριστής, αλλά καθηγητής γυμναστικής.

Παρότι άρχισε να ασχολείται με το ποδόσφαιρο σε μικρή ηλικία, το πρωί διάβαζε και το απόγευμα έπαιζε μπάλα, ενώ ενδιάμεσα πήγαινε στο σχολείο. Τη μεγαλύτερη βοήθεια εντός γηπέδων παραδέχεται ότι την έλαβε από τον Σεφτσένκο, αφού ο ουκρανός επιθετικός υποδέχθηκε στη Μίλαν τον βραζιλιάνο σαν μικρό αδερφό του και του δίδαξε πολλά μυστικά του αθλήματος.

Ο Κάρλο Αντσελότι υποστηρίζει ότι τα μεγάλα όπλα του Κακά είναι δύο: ο απλός τρόπος παιχνιδιού του και η απίστευτη αντοχή του. Ο Κακά παραδέχεται ότι το βραζιλιάνικο «ρισκαδόρικο» στιλ δεν ταιριάζει με το απλό ποδόσφαιρο, αλλά τονίζει ότι μπορεί κανείς να ρισκάρει ακόμα κι όταν κάνει κάτι απλό. Όσο για τη φυσική του κατάσταση; Ο Κακά δε θυμίζει σε τίποτα τους παίκτες με τους οποίους έχει συγκριθεί στο παρελθόν. Ο Μαραντόνα είχε τρομακτική εκρηκτικότητα, ενώ ο Ρομπέρτο Μπάτζιο είχε φοβερή ταχύτητα στις μικρές αποστάσεις.

Ο 24χρονος μέσος, όμως, διαθέτει μία ανεξάντλητη αντοχή. Τρέχει τα 100 μέτρα με τη δύναμη ενός σπρίντερ, αλλά έχει την αντοχή ενός δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Έχει την ικανότητα να επιταχύνει συνεχώς, χωρίς να κουράζεται. Ο γυμναστής της Μίλαν, Ντανιέλε Τογκνατσίνι, υποστηρίζει ότι μετά το ποδόσφαιρο ο Κακά μπορεί να κάνει καριέρα σαν σκιέρ: «Ένα από τα πλεονεκτήματα αυτού του αθλήματος είναι η ανεξαρτησία που έχουν τα πόδια από το υπόλοιπο σώμα. Δείτε τις κινήσεις του. Κουνάει τα πόδια του, όχι όμως το σώμα του»!

Τον Δεκέμβριο του 2005 παντρεύτηκε με την αγαπημένη του Καρολίν Σέλικο, τη 20χρονη κόρη του αντιπροσώπου του στη Βραζιλία. Παρ' όλα αυτά, οι φανατικές θαυμάστριες συνεχίζουν να του κάνουν προτάσεις για γάμο, όπως η 22χρονη Κριστιάν Σαμπάϊο, που έχει γράψει με τατουάζ στο σώμα της "ο Κακά είναι Άγγελος" και ασπάστηκε την Εκκλησία των Ευαγγελιστών για χάρη του!

Πέπε Ρέινα: "Μηδέν" μόνο στο παθητικό

Στην Ισπανία δεν εκτίμησαν τις ικανότητές του. Τώρα ο Χοσέ Μανουέλ «Πέπε» Ρέινα Πάεθ βαδίζει στα χνάρια του περίφημου Ντουκαντάμ και με δύο αποκρούσεις πέναλτι έστειλε τη Λίβερπουλ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ.

Το 2005 στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Γέρζι Ντούντεκ ο ήρωας της Πόλης, ο άνθρωπος που με τις αποκρούσεις του στη «ρώσικη ρουλέτα» χάρισε το τρόπαιο στους «κόκκινους». Ο Ρέινα υποστηρίζει ότι τα καλύτερα τα κρατάει για την Αθήνα και κανείς δεν μπορεί πει ότι υπερβάλει. Ο ισπανός γκολκίπερ έχει κτίσει μία εκπληκτική φήμη σχετικά με τα πέναλτι, αφού τα ποσοστά του είναι εντυπωσιακά.

Εξίσου εντυπωσιακές είναι και οι εμφανίσεις του κάτω από τα δοκάρια της Λίβερπουλ. Τη σεζόν 2006-2007 κράτησε απαραβίαστη την εστία του 30 φορές σε 53 συνολικά αγώνες, ενώ φέτος στο Τσάμπιονς Λιγκ έχει 13 συμμετοχές και έχει διατηρήσει απαραβίαστη την εστία του σε επτά ματς. Συνολικά ως τώρα στη σεζόν έχει κρατήσει το «μηδέν» στην εστία του 26 φορές σε 49 αγώνες όλων των διοργανώσεων.

Όπως ο πατέρας του, Μανουέλ, έτσι κι εκείνος ξεκίνησε την καριέρα του στις ακαδημίες της Μπαρτσελόνα, παρότι γεννήθηκε στη Μαδρίτη στις 31 Αυγούστου του 1982. Η αγάπη του για τη θέση του τερματοφύλακα δεν προήλθε μόνο από το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν διάσημος γκολκίπερ της Ατλέτικο Μαδρίτης, αλλά γιγαντώθηκε όταν σε ηλικία 8 ετών ο Πέπε έμεινε άγαλμα επειδή ο Άντονι Θουμπιθαρέτα του χάρισε τα γάντια του μετά από ένα παιχνίδι της ομάδας του.

Έκανε το ντεμπούτο του με τους καταλανούς σε ηλικία 18 ετών και το 2001 έπαιξε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ εναντίον της σημερινής του ομάδας. Ο Ρέινα μετακόμισε στη Βιγιαρεάλ με τη μορφή δανεισμού το 2002, αφού η Μπαρτσελόνα θέλησε να του δώσει παιχνίδια στα πόδια του προκειμένου να αποκτήσει εμπειρίες. Η μετακόμιση έγινε μόνιμη το 2004 και ο Ρέινα βοήθησε τα «κίτρινα υποβρύχια» να φτάσουν στην έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ στο τέλος της σεζόν.

Τότε ήρθε η Λίβερπουλ με πρόταση για την απόκτησή του, καθώς ο Ράφα Μπενίτεθ τον χαρακτήρισε ως «τον καλύτερο γκολκίπερ στην Ισπανία». Αμέσως μετά την κατάκτηση του τροπαίου του Τσάμπιονς Λιγκ από τη Λίβερπουλ, ο Ρέινα άρπαξε την ευκαιρία και πήρε τη φανέλα του βασικού από τον Ντούντεκ. Ο 25χρονος τερματοφύλακας έκανε ντεμπούτο εναντίον της TNS από την Ιρλανδία στον πρώτο προκριματικό γύρο του Τσάμπιονς Λιγκ, ενώ στην αρχή της σεζόν έκανε το ντεμπούτο του στην εθνική Ισπανίας.

Η σεζόν αποδείχθηκε επιτυχημένη για τον ισπανό αφού έσπασε ένα μεγάλο αριθμό ρεκόρ για τη Λίβερπουλ. Στις 3 Δεκεμβρίου του 2005 κράτησε για έκτο συνεχόμενο ματς στην Πρέμιερ Λιγκ απαραβίαστη την εστία του εναντίον της Γουίγκαν και έσπασε το προηγούμενο σερί του Ντέιβιντ Τζέιμς με πέντε ματς από την περίοδο 1996-97. Το σερί του Ρέινα σταμάτησε εναντίον της Έβερτον μετά από οκτώ συνεχόμενους αγώνες χωρίς να δεχτεί γκολ στις 28 Δεκεμβρίου.

Στις 16 Απριλίου του 2006 γιόρτασε τις 50 συμμετοχές του κόντρα στη Μπλάκμπερν χωρίς να δεχτεί γκολ. Έτσι, κατέχει το ρεκόρ του καλύτερου παθητικού για «τερματοφύλακα της ομάδας στα πρώτα 50 παιχνίδια του». Το προηγούμενο ρεκόρ ανήκε στον Ρέι Κλέμενς από το 1970-71 με 32 γκολ, ενώ ο Ρέινα είχε δεχτεί 29.

Τον Μάιο του 2006 δέχτηκε το βραβείο του «Χρυσού Γαντιού» στην Πρέμιερ Λιγκ επειδή κράτησε σε 20 αγώνες της περιόδου απαραβίαστη την εστία του. Στον τελικό του κυπέλλου Αγγλίας στις 13 Μαΐου έγινε μοιραίος και ήρωας στην επικράτηση επί της Γουέστ Χαμ. Κατά τη διάρκεια του ματς ο Ρέινα έκανε συνεχή λάθη και έδωσε το δικαίωμα στην αντίπαλο να προηγηθεί με 3-2, μέχρις ότου ο Στίβεν Τζέραρντ ισοφάρισε και έστειλε το ματς στην παράταση.

Εκεί πραγματοποίησε μία εξαιρετική απόκρουση και στα πέναλτι ο ισπανός γκολκίπερ απέκρουσε τρία από τα τέσσερα πέναλτι για να γίνει ο πρωταγωνιστής του αγώνα. Πριν από μία εβδομάδα αναδείχθηκε «man of the match» εναντίον της Τσέλσι παρότι η Λίβερπουλ έχασε με 1-0, κυρίως επειδή κράτησε τους «κόκκινους» στη μάχη της πρόκρισης με δύο εντυπωσιακές επεμβάσεις σε σουτ του Τζέραρντ. Χθες κράτησε το «μηδέν παθητικό» και απέκρουσε δύο πέναλτι, ένα εκ των οποίων σε βάρος του Αριέν Ρομπέν.

Ο ισπανός έψαχνε έναν χρόνο την εκδίκησή του, αφού ο ολλανδός μεσοεπιθετικός είχε προκαλέσει την αποβολή του στο περσινό παιχνίδι των δύο ομάδων για το πρωτάθλημα, χωρίς όμως ο Ρέινα να έχει κτυπήσει τον Ρόμπεν όπως φάνηκε αργότερα. Ωστόσο, οι τρεις αγωνιστικές ποινής επιβλήθηκαν κανονικά, παρά την κατακραυγή των ΜΜΕ.

Ο Ρέινα παντρεύτηκε την αγαπημένη του Γιολάντα Ρουίθ στις 19 Μαΐου του 2006 στην Κόρδοβα της Ισπανίας, λίγο πριν ενσωματωθεί στην αποστολή της εθνικής ομάδας για το Παγκόσμιο Κύπελλο εκείνου του καλοκαιριού. Έχουν μία κόρη, η οποία έχει το όνομα Γκρέθια, δηλαδή... Ελλάδα! Το όνομα αυτό το άκουσαν για πρώτη φορά όταν γνώρισαν ένα ζευγάρι κατά τη διάρκεια διακοπών στη Δομικανική Δημοκρατία και η κόρη τους ονομαζόταν έτσι!

Η αρχή του τέλους μίας εποχής

Οι νέοι ιδιοκτήτες της Λίβερπουλ μετρούν την πρόκριση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη βοήθεια του σήματος του δολαρίου, αλλά στην Τσέλσι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Το τέλος μίας εποχής σηματοδοτήθηκε από την εύστοχη εκτέλεση πέναλτι του Κάιτ στη «ρώσικη ρουλέτα» του δεύτερου ημιτελικού του «Άνφιλντ» το βράδυ της Τρίτης.

Είκοσι λεπτά πριν από το εναρκτήριο λάκτισμα ο Ζορζ Ζιλέτ, συνιδιοκτήτης της Λίβερπουλ, χαμογελούσε και έβγαζε φωτογραφίες με τους οπαδούς της ομάδας του. Έδειχνε τόσο χαρούμενος που ο σωματοφύλακάς του αναγκάστηκε να τον τραβήξει με το ζόρι από το πλήθος για να καθίσει στη θέση του, δίπλα στον συμπατριώτη του Τομ Χικς.

Τρεις ώρες αργότερα, την ώρα που η περίφημη «Κοπ» τραγουδούσε τον πασίγνωστο ύμνο της, στην άλλη πλευρά η ατμόσφαιρα ήταν εντελώς διαφορετική. Ο Ρομάν Αμπράμοβιτς δε βρισκόταν στις κερκίδες, όμως έβλεπε από την τηλεόραση τα σκυθρωπά πρόσωπα των παικτών της ομάδας του μετά τον αποκλεισμό τους. Ίσως είχε δώσει την πρόσκλησή του στον αγαπημένο του ποδοσφαιριστή, τον Αντρέι Σεφτσένκο, του οποίου η απουσία από την αποστολή πυροδότησε φήμες και σενάρια λίγες ώρες πριν το ματς.

Σημασία έχει ότι το επίμονο αγγλικό ποδοσφαιρικό πάθος είχε κερδίσει το ποδόσφαιρο των ρωσικών εκατομμυρίων ευρώ για τρίτη φορά σε ευρωπαϊκή κόντρα μεταξύ της Λίβερπουλ και της Τσέλσι. Στις 3 Μαΐου του 2005, η Λίβερπουλ είχε παραταχθεί με διπλή ζώνη άμυνας για να κρατήσει το 0-1 του πρώτου αγώνα. Το βράδυ της 1ης Μαΐου του 2007 η Τσέλσι ακολούθησε παρόμοιο σχήμα. Φυσικά, τα συν και τα πλην αυτής της τακτικής βαρύνουν αποκλειστικά τον Ζοζέ Μουρίνιο.

Ο πορτογάλος τεχνικός δεν άλλαξε σε καμία περίπτωση όσα πράγματα είχε καταστρώσει στο μυαλό του, ούτε ακόμα όταν από νωρίς η Λίβερπουλ πέτυχε το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης. Μισή ώρα πριν την έναρξη του αγώνα βγήκε στο γήπεδο για να παρακολουθήσει την προθέρμανση των παικτών του. Παρέμεινε «ορατός» για τους οπαδούς της Λίβερπουλ σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Η Τσέλσι, όμως, έδειχνε ότι δεν έχει δυνάμεις, την ώρα που η «Κοπ» γινόταν για άλλη μία φορά ο 12ος παίκτης της Λίβερπουλ.

Αν οι «μπλε» δεν ανακτήσουν τις δυνάμεις για μία τελική προσπάθεια στο πρωτάθλημα και στο κύπελλο Αγγλίας, τότε η κατάκτηση του Λιγκ Καπ δεν πρόκειται να αποδειχθεί παρηγοριά. Τότε θα σημάνει οριστικά την διαφοροποίηση του μέλλοντος της Τσέλσι, με δεδομένη τη ρήξη των σχέσεων μεταξύ του ρώσου ιδιοκτήτη και του πορτογάλου τεχνικού. Βρισκόμαστε στην αρχή του τέλους μίας εποχής στην οποία η Τσέλσι προσπάθησε να σαρώσει τα πάντα, αλλά έμαθε με τον σκληρότερο τρόπο ότι τις περισσότερες φορές η Ιστορία γράφεται χωρίς την έγκρισή μας.

Ο ατίθασος κ. Ζοζέ

Ο Ρομάν Αμπράμοβιτς θέτει τέσσερις όρους για να μείνει ο Ζοζέ Μουρίνιο στον πάγκο της Τσέλσι. Αυτό, τουλάχιστον, υποστηρίζουν τα αγγλικά ΜΜΕ και θεωρούν ότι το χάσμα γεφυρώνεται αν πει το «ναι» ο πορτογάλος, αφού καμία από τις εναλλακτικές λύσεις που ψάχνει ο ρώσος μεγιστάνας δεν θέλει να αναλάβει τώρα την ομάδα.

Ένας από τους τέσσερις όρους είναι να μην κριτικάρει ο Μουρίνιο τα μέλη της διοίκησης και την πολιτική του συλλόγου και ένας άλλος είναι να κρατάει χαμηλό προφίλ στα ΜΜΕ. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να γίνει αυτό...

Μιλάμε για έναν άνθρωπο που στα 15 του σηκώθηκε από το τραπέζι στο οποίο έτρωγε η οικογένεια και ανακοίνωσε στον (επαγγελματία προπονητή) πατέρα του ότι θα ακολουθήσει τα χνάρια του! Άλλωστε, είχε δώσει τα διαπιστευτήριά του μερικές εβδομάδες νωρίτερα όταν ο Ζε Μάριο, όπως είναι το παρατσούκλι του Ζοζέ Μουρίνιο, είχε καταστρώσει για λογαριασμό του πατέρα του τα πλάνα προκειμένου να αντιμετωπίσει η Σετούμπαλ τη Μαρίτιμο σε ένα κρίσιμο ντέρμπι. Η Σετούμπαλ κέρδισε κι ο Φέλιξ Μουρίνιο είχε μείνει εντυπωσιασμένος από τις ικανότητες του γιου του.

Ο πορτογάλος τεχνικός σίγουρα δεν περνά απαρατήρητος: ή τον λατρεύεις ή τον μισείς. Προκαλεί τα ΜΜΕ, τους παίκτες, τους αντιπάλους, τους οπαδούς και αρκούν πέντε λέξεις για να κάνει τα πάντα άνω – κάτω. Αυτή είναι η τακτική του, όχι επειδή θέλει να κλέβει την παράσταση αλλά για να ασχολούνται οι πάντες με αυτόν και οι ποδοσφαιριστές της ομάδας του να προετοιμάζεται απερίσπαστη για το επόμενο παιχνίδι.

Οι συνεντεύξεις του είναι επιλεκτικές, αλλά δε διστάζει να τα βάλει με όλους και με όλα ή μιλήσει αλαζονικά. Θεωρείται ψυχρός και, μερικές φορές, υπερόπτης αλλά αυτό τελικά μάλλον πηγάζει από την απεριόριστη εμπιστοσύνη που έχει στις ικανότητές του.

Δεν αλλάζει συχνά ενδεκάδα, ο βασικός κορμός της ομάδας είναι έτοιμος από το καλοκαίρι και μόνο οι τραυματισμοί ή οι τιμωρίες μπορούν να τον επηρεάσουν. Απαιτεί από τους ποδοσφαιριστές του ακολουθούν την – ίδια πάντοτε – τακτική με ευλάβεια.

Όταν λέει ότι η προπόνηση θα διαρκέσει 90 λεπτά, διαρκεί 90 λεπτά. Κάθε Παρασκευή το πρόγραμμα της επόμενης εβδομάδας είναι ήδη γνωστό και σε κάθε προπόνηση οι παίκτες πρέπει να αποδεικνύουν ότι αξίζουν να παίξουν.

Ο άνθρωπος που τον πίστεψε περισσότερο απ’ όλους ήταν ο σερ Μπόμπι Ρόμπσον. Ωστόσο, βρέθηκε δίπλα του αρχικά σαν μεταφραστής και στα αποδυτήρια της Μπαρτσελόνα μετέφραζε όσα εκείνος θεωρούσε σωστά, σε συνδυασμό με δικές του παρατηρήσεις! Στις προπονήσεις είχε ιδέες για τα συστήματα, την εκγύμναση, ακόμα και τις ικανότητες παικτών και ο άγγλος τεχνικός εντυπωσιάστηκε.

Στο πλευρό του σήμερα βρίσκεται ο «γιος» του... Ο Αντρέ Βίλας Μπόας είναι 28 χρονών και βρίσκεται πάντοτε σε αναζήτηση των αδυναμιών και των όπλων των αντιπάλων! Γνώρισε τον Μουρίνιο πριν από έντεκα χρόνια, όταν σπούδαζε Επιστήμη των Σπορ και τα τελευταία τέσσερα χρόνια δουλεύει μαζί του.

Ο Μπόας είναι μανιακός με το ποδόσφαιρο. Δεν του αρέσει να χάνει ούτε στα ηλεκτρονικά παιχνίδια κι ετοιμάζει πάντοτε μία πεντασέλιδη αναφορά των ικανοτήτων του εκάστοτε αντιπάλου. Ανάμεσα στις πληροφορίες συμπεριλαμβάνονται τα ύψη των παικτών.

Έτσι, ο Μουρίνιο έχει φτιάξει έναν κατάλογο φακέλων που θα ζήλευε και το FBI! Ο πορτογάλος κρατάει προσωπικό χειρόγραφο ημερολόγιο, ενώ στο φορητό υπολογιστή του διατηρεί τη «βίβλο» του. «Η ομάδα είναι πιο σημαντική από τον παίκτη» είναι η πρώτη πρόταση σε αυτό το αρχείο και περιλαμβάνει τη θεωρία του για την ομαδικότητα και τις ικανότητες της εκάστοτε ομάδας του.

Ανανεώνει συνεχώς αυτό το αρχείο, ενώ μέσα στη «βίβλο» περιλαμβάνονται ακόμα οι απόψεις του για τις αρμοδιότητες ενός προέδρου και για ποιο λόγο δεν πρέπει να δίνεται το όνομά του σε ένα στάδιο! Πριν από σημαντικά παιχνίδια δίνει σε κάθε παίκτη του ένα ντοσιέ με οδηγίες και παρατηρήσεις, το οποίο λέγεται ότι μπορεί να ξεπερνάει τις δέκα σελίδες.

Ο Μουρίνιο ψάχνει μέχρι και στο Internet για να συλλέξει πληροφορίες για τους αντιπάλους του. Δημιουργεί ηλεκτρονικά αρχεία, όπως εκείνο που έδειχνε στον Ρομάν Αμπράμοβιτς τις ικανότητες των παικτών της Τσέλσι, αλλά και πριν τον τελικό του ΟΥΕΦΑ το 2003 όταν έκανε ανάλυση στους παίκτες της Πόρτο τις ικανότητες της Σέλτικ στις στημένες φάσεις με τρισδιάστατες εικόνες!

Αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, προσπαθεί να περιορίσει ο Ρομάν Αμπράμοβιτς...

Προς γνώσιν...

Μετά από κάποια χρόνια στο χώρο του Τύπου, αλλά και στο Internet, αποφάσισα να ξεκινήσω το blogging. Δεν ξέρω για πόσο καιρό θα γράφω, ξέρω ότι θα είμαι συνεπής κυρίως προς τον εαυτό μου. Ελπίζω, ωστόσο, να προσφέρω στον επισκέπτη ένα χαλαρωτικό ανάγνωσμα, μακριά από την ανούσια καθημερινότητα του ελληνικού ποδοσφαίρου.